さいげんなくつづ

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνεχίζομαι ατελείωτα, διαιωνίζομαι

Κλίση

Παρόν (απλό)
際限なく続く
Παρόν (ευγενικό)
際限なく続きます
Άρνηση (απλή)
際限なく続かない
Άρνηση (ευγενική)
際限なく続きません
Παρελθόν (απλό)
際限なく続いた
Παρελθόν (ευγενικό)
際限なく続きました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
際限なく続かなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
際限なく続きませんでした
Τε-μορφή
際限なく続いて
Δυνητική
際限なく続ける
Προστακτική
際限なく続け
Βουλητική
際限なく続こう
Υποθετική (ば)
際限なく続けば