かく

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κρυφή λήψη (φωτογραφίας ή βίντεο), κρυφή φωτογράφιση, δημιουργία κρυφής βιντεοσκόπησης, κινηματογράφηση εν αγνοία κάποιου

Κλίση

Παρόν (απλό)
隠し撮りする
Παρόν (ευγενικό)
隠し撮りします
Άρνηση (απλή)
隠し撮りしない
Άρνηση (ευγενική)
隠し撮りしません
Παρελθόν (απλό)
隠し撮りした
Παρελθόν (ευγενικό)
隠し撮りしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
隠し撮りしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
隠し撮りしませんでした
Τε-μορφή
隠し撮りして
Δυνητική
隠し撮りできる
Προστακτική
隠し撮りしろ
Βουλητική
隠し撮りしよう
Υποθετική (ば)
隠し撮りすれば