かく

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ζω κρυμμένος, ζω ως ερημίτης

Κλίση

Παρόν (απλό)
隠れ住む
Παρόν (ευγενικό)
隠れ住みます
Άρνηση (απλή)
隠れ住まない
Άρνηση (ευγενική)
隠れ住みません
Παρελθόν (απλό)
隠れ住んだ
Παρελθόν (ευγενικό)
隠れ住みました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
隠れ住まなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
隠れ住みませんでした
Τε-μορφή
隠れ住んで
Δυνητική
隠れ住める
Προστακτική
隠れ住め
Βουλητική
隠れ住もう
Υποθετική (ば)
隠れ住めば