がんこう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 σχηματισμός πτήσης αγριόχηνων, παράταξη ώμο με ώμο σαν ιπτάμενες αγριόχηνες, καθοδήγηση

Κλίση

Παρόν (απλό)
雁行する
Παρόν (ευγενικό)
雁行します
Άρνηση (απλή)
雁行しない
Άρνηση (ευγενική)
雁行しません
Παρελθόν (απλό)
雁行した
Παρελθόν (ευγενικό)
雁行しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
雁行しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
雁行しませんでした
Τε-μορφή
雁行して
Δυνητική
雁行できる
Προστακτική
雁行しろ
Βουλητική
雁行しよう
Υποθετική (ば)
雁行すれば