集く
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα κελαηδώ (για σμήνος εντόμων), τραγουδώ
- 02 συγκεντρώνομαι, σμηνουργώ
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 集く
- Παρόν (ευγενικό)
- 集きます
- Άρνηση (απλή)
- 集かない
- Άρνηση (ευγενική)
- 集きません
- Παρελθόν (απλό)
- 集いた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 集きました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 集かなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 集きませんでした
- Τε-μορφή
- 集いて
- Δυνητική
- 集ける
- Προστακτική
- 集け
- Βουλητική
- 集こう
- Υποθετική (ば)
- 集けば
- Υποθετική (たら)
- 集いたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 集きたい
- Απαγορευτική (~な)
- 集くな
- Προστακτική (ευγενική)
- 集きなさい
- Παθητική
- 集かれる
- Αιτιατική
- 集かせる