あつまれ

άλλο, επιφώνημα, ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 μαζευτείτε, συγκεντρωθείτε
  2. 02 παιδικό συνήθως γραμμένο με κάνα συγκέντρωση των υπολειμμάτων τροφής (για να μαζεύονται πιο εύκολα με το κουτάλι)

Κλίση

Παρόν (απλό)
集まれする
Παρόν (ευγενικό)
集まれします
Άρνηση (απλή)
集まれしない
Άρνηση (ευγενική)
集まれしません
Παρελθόν (απλό)
集まれした
Παρελθόν (ευγενικό)
集まれしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
集まれしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
集まれしませんでした
Τε-μορφή
集まれして
Δυνητική
集まれできる
Προστακτική
集まれしろ
Βουλητική
集まれしよう
Υποθετική (ば)
集まれすれば