集る
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα συγκεντρώνομαι, συνωστίζομαι, σμήνους, συρρέω
- 02 συνήθως γραμμένο με κάνα εκμεταλλεύομαι (κάποιον), ζητιανεύω, πιέζω (κάποιον για κάτι), τσιμπάω
- 03 συνήθως γραμμένο με κάνα εκβιάζω, αποσπώ (χρήματα) με εκφοβισμό
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 集る
- Παρόν (ευγενικό)
- 集ります
- Άρνηση (απλή)
- 集らない
- Άρνηση (ευγενική)
- 集りません
- Παρελθόν (απλό)
- 集った
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 集りました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 集らなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 集りませんでした
- Τε-μορφή
- 集って
- Δυνητική
- 集れる
- Προστακτική
- 集れ
- Βουλητική
- 集ろう
- Υποθετική (ば)
- 集れば
- Υποθετική (たら)
- 集ったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 集りたい
- Απαγορευτική (~な)
- 集るな
- Προστακτική (ευγενική)
- 集りなさい
- Παθητική
- 集られる
- Αιτιατική
- 集らせる