たか

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα συγκεντρώνομαι, συνωστίζομαι, σμήνους, συρρέω
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα εκμεταλλεύομαι (κάποιον), ζητιανεύω, πιέζω (κάποιον για κάτι), τσιμπάω
  3. 03 συνήθως γραμμένο με κάνα εκβιάζω, αποσπώ (χρήματα) με εκφοβισμό

Κλίση

Παρόν (απλό)
集る
Παρόν (ευγενικό)
集ります
Άρνηση (απλή)
集らない
Άρνηση (ευγενική)
集りません
Παρελθόν (απλό)
集った
Παρελθόν (ευγενικό)
集りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
集らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
集りませんでした
Τε-μορφή
集って
Δυνητική
集れる
Προστακτική
集れ
Βουλητική
集ろう
Υποθετική (ば)
集れば