集光
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συγκέντρωση φωτός (π.χ. με φακό ή κάτοπτρο), συμπύκνωση, εστίαση
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 集光する
- Παρόν (ευγενικό)
- 集光します
- Άρνηση (απλή)
- 集光しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 集光しません
- Παρελθόν (απλό)
- 集光した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 集光しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 集光しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 集光しませんでした
- Τε-μορφή
- 集光して
- Δυνητική
- 集光できる
- Προστακτική
- 集光しろ
- Βουλητική
- 集光しよう
- Υποθετική (ば)
- 集光すれば
- Υποθετική (たら)
- 集光したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 集光したい
- Απαγορευτική (~な)
- 集光するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 集光しなさい
- Παθητική
- 集光される
- Αιτιατική
- 集光させる