集票
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συγκέντρωση ψήφων, προσέλκυση ψήφων
- 02 συλλογή ψηφοδελτίων, καταμέτρηση ψήφων
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 集票する
- Παρόν (ευγενικό)
- 集票します
- Άρνηση (απλή)
- 集票しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 集票しません
- Παρελθόν (απλό)
- 集票した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 集票しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 集票しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 集票しませんでした
- Τε-μορφή
- 集票して
- Δυνητική
- 集票できる
- Προστακτική
- 集票しろ
- Βουλητική
- 集票しよう
- Υποθετική (ば)
- 集票すれば
- Υποθετική (たら)
- 集票したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 集票したい
- Απαγορευτική (~な)
- 集票するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 集票しなさい
- Παθητική
- 集票される
- Αιτιατική
- 集票させる