よう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 απασχόληση, πρόσληψη

Παραδείγματα

  • 雇用こよう大切たいせつです。

    Η απασχόληση είναι σημαντική.

  • 弊社へいしゃあたらしい雇用こようしています。

    Η εταιρεία μας δημιουργεί νέες θέσεις εργασίας.

  • 景気けいき悪化あっかにより、雇用こよう不安定ふあんていになる傾向けいこうにあります。

    Λόγω της επιδείνωσης της οικονομίας, η απασχόληση τείνει να γίνει ασταθής.

Κλίση

Παρόν (απλό)
雇用する
Παρόν (ευγενικό)
雇用します
Άρνηση (απλή)
雇用しない
Άρνηση (ευγενική)
雇用しません
Παρελθόν (απλό)
雇用した
Παρελθόν (ευγενικό)
雇用しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
雇用しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
雇用しませんでした
Τε-μορφή
雇用して
Δυνητική
雇用できる
Προστακτική
雇用しろ
Βουλητική
雇用しよう
Υποθετική (ば)
雇用すれば