ぞうきん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 καθάρισμα με πανί (πατώματα κ.λπ.)
  2. 02 βρώμικη δουλειά, ταπεινή εργασία, δουλειά μαθητευόμενου

Κλίση

Παρόν (απλό)
雑巾掛けする
Παρόν (ευγενικό)
雑巾掛けします
Άρνηση (απλή)
雑巾掛けしない
Άρνηση (ευγενική)
雑巾掛けしません
Παρελθόν (απλό)
雑巾掛けした
Παρελθόν (ευγενικό)
雑巾掛けしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
雑巾掛けしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
雑巾掛けしませんでした
Τε-μορφή
雑巾掛けして
Δυνητική
雑巾掛けできる
Προστακτική
雑巾掛けしろ
Βουλητική
雑巾掛けしよう
Υποθετική (ば)
雑巾掛けすれば