ざっとう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνωστισμός, πολυκοσμία, πλήθος, συμφόρηση, κυκλοφοριακό μποτιλιάρισμα

Κλίση

Παρόν (απλό)
雑踏する
Παρόν (ευγενικό)
雑踏します
Άρνηση (απλή)
雑踏しない
Άρνηση (ευγενική)
雑踏しません
Παρελθόν (απλό)
雑踏した
Παρελθόν (ευγενικό)
雑踏しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
雑踏しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
雑踏しませんでした
Τε-μορφή
雑踏して
Δυνητική
雑踏できる
Προστακτική
雑踏しろ
Βουλητική
雑踏しよう
Υποθετική (ば)
雑踏すれば