はな

ρήμα | N3 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 χωρίζω, απομακρύνω, διαιρώ, κρατώ χώρια

Παραδείγματα

  • はなしてください。

    Άσε το χέρι μου, σε παρακαλώ.

  • あぶないから、から少しはなれてください。

    Είναι επικίνδυνο, οπότε παρακαλώ απομακρυνθείτε λίγο από τη φωτιά.

  • どんな困難こんなん直面ちょくめんしても、かれはそのゆめ手放てばなすことはなかった。

    Δεν εγκατέλειψε ποτέ το όνειρό του, ακόμα κι όταν αντιμετώπιζε δυσκολίες.

Κλίση

Παρόν (απλό)
離す
Παρόν (ευγενικό)
離します
Άρνηση (απλή)
離さない
Άρνηση (ευγενική)
離しません
Παρελθόν (απλό)
離した
Παρελθόν (ευγενικό)
離しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
離さなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
離しませんでした
Τε-μορφή
離して
Δυνητική
離せる
Προστακτική
離せ
Βουλητική
離そう
Υποθετική (ば)
離せば