とう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αποχώρηση από πολιτικό κόμμα

Κλίση

Παρόν (απλό)
離党する
Παρόν (ευγενικό)
離党します
Άρνηση (απλή)
離党しない
Άρνηση (ευγενική)
離党しません
Παρελθόν (απλό)
離党した
Παρελθόν (ευγενικό)
離党しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
離党しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
離党しませんでした
Τε-μορφή
離党して
Δυνητική
離党できる
Προστακτική
離党しろ
Βουλητική
離党しよう
Υποθετική (ば)
離党すれば