はん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αποξένωση, απομάκρυνση, δυσαρέσκεια, εγκατάλειψη, αποστασία, αποσκίρτηση
  2. 02 απώλεια πελατών, διαρροή πελατολογίου

Κλίση

Παρόν (απλό)
離反する
Παρόν (ευγενικό)
離反します
Άρνηση (απλή)
離反しない
Άρνηση (ευγενική)
離反しません
Παρελθόν (απλό)
離反した
Παρελθόν (ευγενικό)
離反しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
離反しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
離反しませんでした
Τε-μορφή
離反して
Δυνητική
離反できる
Προστακτική
離反しろ
Βουλητική
離反しよう
Υποθετική (ば)
離反すれば