離合集散
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ιδιωματισμός συνάντηση και αποχωρισμός, συμμαχία και ρήξη (π.χ. μεταβαλλόμενες συμμαχίες πολιτικών κομμάτων)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 離合集散する
- Παρόν (ευγενικό)
- 離合集散します
- Άρνηση (απλή)
- 離合集散しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 離合集散しません
- Παρελθόν (απλό)
- 離合集散した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 離合集散しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 離合集散しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 離合集散しませんでした
- Τε-μορφή
- 離合集散して
- Δυνητική
- 離合集散できる
- Προστακτική
- 離合集散しろ
- Βουλητική
- 離合集散しよう
- Υποθετική (ば)
- 離合集散すれば
- Υποθετική (たら)
- 離合集散したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 離合集散したい
- Απαγορευτική (~な)
- 離合集散するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 離合集散しなさい
- Παθητική
- 離合集散される
- Αιτιατική
- 離合集散させる