るい

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 απομάκρυνση από τη βάση

Κλίση

Παρόν (απλό)
離塁する
Παρόν (ευγενικό)
離塁します
Άρνηση (απλή)
離塁しない
Άρνηση (ευγενική)
離塁しません
Παρελθόν (απλό)
離塁した
Παρελθόν (ευγενικό)
離塁しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
離塁しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
離塁しませんでした
Τε-μορφή
離塁して
Δυνητική
離塁できる
Προστακτική
離塁しろ
Βουλητική
離塁しよう
Υποθετική (ば)
離塁すれば