とう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 απομονωμένο νησί, απομακρυσμένο νησί
  2. 02 αναχώρηση από νησί

Κλίση

Παρόν (απλό)
離島する
Παρόν (ευγενικό)
離島します
Άρνηση (απλή)
離島しない
Άρνηση (ευγενική)
離島しません
Παρελθόν (απλό)
離島した
Παρελθόν (ευγενικό)
離島しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
離島しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
離島しませんでした
Τε-μορφή
離島して
Δυνητική
離島できる
Προστακτική
離島しろ
Βουλητική
離島しよう
Υποθετική (ば)
離島すれば