さんしゅうごう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνάντηση και αποχωρισμός, συγκέντρωση και διασπορά, ευθυγράμμιση και αναδιοργάνωση, εναλλασσόμενη συμμαχία και ρήξη, εναλλασσόμενη συνεργασία και αποστασία
  2. 02 διακριτό σύνολο

Κλίση

Παρόν (απλό)
離散集合する
Παρόν (ευγενικό)
離散集合します
Άρνηση (απλή)
離散集合しない
Άρνηση (ευγενική)
離散集合しません
Παρελθόν (απλό)
離散集合した
Παρελθόν (ευγενικό)
離散集合しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
離散集合しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
離散集合しませんでした
Τε-μορφή
離散集合して
Δυνητική
離散集合できる
Προστακτική
離散集合しろ
Βουλητική
離散集合しよう
Υποθετική (ば)
離散集合すれば