そん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εγκατάλειψη του χωριού, αποχώρηση από το χωριό

Κλίση

Παρόν (απλό)
離村する
Παρόν (ευγενικό)
離村します
Άρνηση (απλή)
離村しない
Άρνηση (ευγενική)
離村しません
Παρελθόν (απλό)
離村した
Παρελθόν (ευγενικό)
離村しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
離村しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
離村しませんでした
Τε-μορφή
離村して
Δυνητική
離村できる
Προστακτική
離村しろ
Βουλητική
離村しよう
Υποθετική (ば)
離村すれば