難ずる
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ασκώ κριτική, επισημαίνω ελαττώματα, κακολογώ
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 難ずる
- Παρόν (ευγενικό)
- 難ずます
- Άρνηση (απλή)
- 難ずない
- Άρνηση (ευγενική)
- 難ずません
- Παρελθόν (απλό)
- 難ずた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 難ずました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 難ずなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 難ずませんでした
- Τε-μορφή
- 難ずて
- Δυνητική
- 難ずられる
- Προστακτική
- 難ずろ
- Βουλητική
- 難ずよう
- Υποθετική (ば)
- 難ずれば
- Υποθετική (たら)
- 難ずたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 難ずたい
- Απαγορευτική (~な)
- 難ずるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 難ずなさい
- Παθητική
- 難ずられる
- Αιτιατική
- 難ずさせる