なん

επίθετο, ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ενοχλητικός, δύσκολος (για πρόσωπο, εργασία κ.λπ.)
  2. 02 ταλαιπωρία, κακουχία, πρόβλημα, βάσανο, δυσκολία

Παραδείγματα

  • これは難儀なんぎです

    Αυτό είναι δύσκολο.

  • 毎日まいにち通勤つうきん難儀なんぎこまっています。

    Η καθημερινή μετακίνηση στη δουλειά είναι ταλαιπωρία και με δυσκολεύει.

  • かれはいつも難儀なんぎ仕事しごとけるので、まわりのひとたちも苦労くろうしています。

    Επειδή αναλαμβάνει πάντα δύσκολες δουλειές, οι γύρω του υποφέρουν κι αυτοί.