なん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ναυάγιο

Κλίση

Παρόν (απλό)
難破する
Παρόν (ευγενικό)
難破します
Άρνηση (απλή)
難破しない
Άρνηση (ευγενική)
難破しません
Παρελθόν (απλό)
難破した
Παρελθόν (ευγενικό)
難破しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
難破しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
難破しませんでした
Τε-μορφή
難破して
Δυνητική
難破できる
Προστακτική
難破しろ
Βουλητική
難破しよう
Υποθετική (ば)
難破すれば