なんこう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 δυσχερές ταξίδι, ταραχώδης διάπλους, δύσκολη πτήση
  2. 02 δύσκολη πορεία, εμπλοκή σε προβλήματα, πρόοδος με δυσκολία, δυσχερής εξέλιξη

Κλίση

Παρόν (απλό)
難航する
Παρόν (ευγενικό)
難航します
Άρνηση (απλή)
難航しない
Άρνηση (ευγενική)
難航しません
Παρελθόν (απλό)
難航した
Παρελθόν (ευγενικό)
難航しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
難航しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
難航しませんでした
Τε-μορφή
難航して
Δυνητική
難航できる
Προστακτική
難航しろ
Βουλητική
難航しよう
Υποθετική (ば)
難航すれば