難行苦行
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ιδιωματισμός ασκητική, κακουχία
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 難行苦行する
- Παρόν (ευγενικό)
- 難行苦行します
- Άρνηση (απλή)
- 難行苦行しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 難行苦行しません
- Παρελθόν (απλό)
- 難行苦行した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 難行苦行しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 難行苦行しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 難行苦行しませんでした
- Τε-μορφή
- 難行苦行して
- Δυνητική
- 難行苦行できる
- Προστακτική
- 難行苦行しろ
- Βουλητική
- 難行苦行しよう
- Υποθετική (ば)
- 難行苦行すれば
- Υποθετική (たら)
- 難行苦行したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 難行苦行したい
- Απαγορευτική (~な)
- 難行苦行するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 難行苦行しなさい
- Παθητική
- 難行苦行される
- Αιτιατική
- 難行苦行させる