雨降って地固まる
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 παροιμία οι δυσκολίες ενισχύουν τα θεμέλια, μετά την καταιγίδα έρχεται η ηρεμία, ό,τι δεν σε σκοτώνει σε κάνει πιο δυνατό, το έδαφος σκληραίνει μετά τη βροχή
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 雨降って地固まる
- Παρόν (ευγενικό)
- 雨降って地固まります
- Άρνηση (απλή)
- 雨降って地固まらない
- Άρνηση (ευγενική)
- 雨降って地固まりません
- Παρελθόν (απλό)
- 雨降って地固まった
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 雨降って地固まりました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 雨降って地固まらなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 雨降って地固まりませんでした
- Τε-μορφή
- 雨降って地固まって
- Δυνητική
- 雨降って地固まれる
- Προστακτική
- 雨降って地固まれ
- Βουλητική
- 雨降って地固まろう
- Υποθετική (ば)
- 雨降って地固まれば
- Υποθετική (たら)
- 雨降って地固まったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 雨降って地固まりたい
- Απαγορευτική (~な)
- 雨降って地固まるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 雨降って地固まりなさい
- Παθητική
- 雨降って地固まられる
- Αιτιατική
- 雨降って地固まらせる