ゆきろし

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 άνεμος που μεταφέρει χιόνι κατηφορικά από ένα βουνό
  2. 02 απομάκρυνση χιονιού από τη στέγη ενός σπιτιού

Κλίση

Παρόν (απλό)
雪下ろしする
Παρόν (ευγενικό)
雪下ろしします
Άρνηση (απλή)
雪下ろししない
Άρνηση (ευγενική)
雪下ろししません
Παρελθόν (απλό)
雪下ろしした
Παρελθόν (ευγενικό)
雪下ろししました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
雪下ろししなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
雪下ろししませんでした
Τε-μορφή
雪下ろしして
Δυνητική
雪下ろしできる
Προστακτική
雪下ろししろ
Βουλητική
雪下ろししよう
Υποθετική (ば)
雪下ろしすれば