雪崩れる
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 εκτείνω πλαγίως, κατηφορίζω
- 02 ειδικά ως 雪崩れる κατρακυλώ (χιονοστιβάδα κ.λπ.)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 雪崩れる
- Παρόν (ευγενικό)
- 雪崩れます
- Άρνηση (απλή)
- 雪崩れない
- Άρνηση (ευγενική)
- 雪崩れません
- Παρελθόν (απλό)
- 雪崩れた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 雪崩れました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 雪崩れなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 雪崩れませんでした
- Τε-μορφή
- 雪崩れて
- Δυνητική
- 雪崩れられる
- Προστακτική
- 雪崩れろ
- Βουλητική
- 雪崩れよう
- Υποθετική (ば)
- 雪崩れれば
- Υποθετική (たら)
- 雪崩れたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 雪崩れたい
- Απαγορευτική (~な)
- 雪崩れるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 雪崩れなさい
- Παθητική
- 雪崩れられる
- Αιτιατική
- 雪崩れさせる