くもをつく

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός είμαι πανύψηλος, ορθώνομαι, δεσπόζω

Κλίση

Παρόν (απλό)
雲をつく
Παρόν (ευγενικό)
雲をつきます
Άρνηση (απλή)
雲をつかない
Άρνηση (ευγενική)
雲をつきません
Παρελθόν (απλό)
雲をついた
Παρελθόν (ευγενικό)
雲をつきました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
雲をつかなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
雲をつきませんでした
Τε-μορφή
雲をついて
Δυνητική
雲をつける
Προστακτική
雲をつけ
Βουλητική
雲をつこう
Υποθετική (ば)
雲をつけば