かみなりちる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 χτυπιέμαι από κεραυνό
  2. 02 ιδιωματισμός δέχομαι επίπληξη (από κάποιον ανώτερο), δέχομαι αυστηρή παρατήρηση

Κλίση

Παρόν (απλό)
雷が落ちる
Παρόν (ευγενικό)
雷が落ちます
Άρνηση (απλή)
雷が落ちない
Άρνηση (ευγενική)
雷が落ちません
Παρελθόν (απλό)
雷が落ちた
Παρελθόν (ευγενικό)
雷が落ちました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
雷が落ちなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
雷が落ちませんでした
Τε-μορφή
雷が落ちて
Δυνητική
雷が落ちられる
Προστακτική
雷が落ちろ
Βουλητική
雷が落ちよう
Υποθετική (ば)
雷が落ちれば