電子化
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ηλεκτρονική επεξεργασία, ψηφιοποίηση, μηχανοργάνωση
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 電子化する
- Παρόν (ευγενικό)
- 電子化します
- Άρνηση (απλή)
- 電子化しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 電子化しません
- Παρελθόν (απλό)
- 電子化した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 電子化しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 電子化しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 電子化しませんでした
- Τε-μορφή
- 電子化して
- Δυνητική
- 電子化できる
- Προστακτική
- 電子化しろ
- Βουλητική
- 電子化しよう
- Υποθετική (ば)
- 電子化すれば
- Υποθετική (たら)
- 電子化したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 電子化したい
- Απαγορευτική (~な)
- 電子化するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 電子化しなさい
- Παθητική
- 電子化される
- Αιτιατική
- 電子化させる