でんびる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ηλεκτρίζομαι, αποκτώ ηλεκτρικό φορτίο

Κλίση

Παρόν (απλό)
電気を帯びる
Παρόν (ευγενικό)
電気を帯びます
Άρνηση (απλή)
電気を帯びない
Άρνηση (ευγενική)
電気を帯びません
Παρελθόν (απλό)
電気を帯びた
Παρελθόν (ευγενικό)
電気を帯びました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
電気を帯びなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
電気を帯びませんでした
Τε-μορφή
電気を帯びて
Δυνητική
電気を帯びられる
Προστακτική
電気を帯びろ
Βουλητική
電気を帯びよう
Υποθετική (ば)
電気を帯びれば