でんげん

ουσιαστικό | N1 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 πηγή ηλεκτρικού ρεύματος, ηλεκτρική ενέργεια
  2. 02 κουμπί λειτουργίας (σε τηλεόραση κ.λπ.)

Παραδείγματα

  • 電源でんげんをつけます。

    Ανοίγω την συσκευή.

  • 電源でんげんはいりません。

    Δεν ανοίγει η συσκευή (δεν παίρνει ρεύμα).

  • 長時間ちょうじかん使用しようしない場合ばあいは、安全あんぜんのため電源でんげんいてください。

    Αν δεν τη χρησιμοποιείτε για πολλή ώρα, καλό είναι να την βγάζετε από την πρίζα, για ασφάλεια.