電でん話わを切きる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κλείνω το τηλέφωνο, τερματίζω τηλεφωνική συνομιλία

Παραδείγματα

  • 電話でんわを切きる。

    Κλείνω το τηλέφωνο.

  • 用事ようじが終おわったので、電話でんわを切きった。

    Επειδή τελείωσα τη δουλειά μου, έκλεισα το τηλέφωνο.

  • 話はなしの途中とちゅうで突然とつぜん電話でんわを切きるのは、相手あいてに失礼しつれいだと思おもいます。

    Νομίζω ότι είναι αγενές να κλείνεις απότομα το τηλέφωνο στη μέση της συζήτησης.

Κλίση

Παρόν (απλό)
電話を切る
Παρόν (ευγενικό)
電話を切ります
Άρνηση (απλή)
電話を切らない
Άρνηση (ευγενική)
電話を切りません
Παρελθόν (απλό)
電話を切った
Παρελθόν (ευγενικό)
電話を切りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
電話を切らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
電話を切りませんでした
Τε-μορφή
電話を切って
Δυνητική
電話を切れる
Προστακτική
電話を切れ
Βουλητική
電話を切ろう
Υποθετική (ば)
電話を切れば