ふるわす

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 προκαλώ τρόμο, κλονίζω, δονώ, τρέμω

Κλίση

Παρόν (απλό)
震わす
Παρόν (ευγενικό)
震わします
Άρνηση (απλή)
震わさない
Άρνηση (ευγενική)
震わしません
Παρελθόν (απλό)
震わした
Παρελθόν (ευγενικό)
震わしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
震わさなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
震わしませんでした
Τε-μορφή
震わして
Δυνητική
震わせる
Προστακτική
震わせ
Βουλητική
震わそう
Υποθετική (ば)
震わせば