れい

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αποκάλυψη (από τον Θεό, πνεύματα κ.λπ.)

Κλίση

Παρόν (απλό)
霊示する
Παρόν (ευγενικό)
霊示します
Άρνηση (απλή)
霊示しない
Άρνηση (ευγενική)
霊示しません
Παρελθόν (απλό)
霊示した
Παρελθόν (ευγενικό)
霊示しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
霊示しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
霊示しませんでした
Τε-μορφή
霊示して
Δυνητική
霊示できる
Προστακτική
霊示しろ
Βουλητική
霊示しよう
Υποθετική (ば)
霊示すれば