れい

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 διόραση

Κλίση

Παρόν (απλό)
霊視する
Παρόν (ευγενικό)
霊視します
Άρνηση (απλή)
霊視しない
Άρνηση (ευγενική)
霊視しません
Παρελθόν (απλό)
霊視した
Παρελθόν (ευγενικό)
霊視しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
霊視しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
霊視しませんでした
Τε-μορφή
霊視して
Δυνητική
霊視できる
Προστακτική
霊視しろ
Βουλητική
霊視しよう
Υποθετική (ば)
霊視すれば