かす

ρήμα | N1 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα ειδικά ως 霞む καλύπτομαι από ομίχλη, θολώνω
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα ειδικά ως 翳む θολώνω, χάνω τη διαύγειά μου
  3. 03 συνήθως γραμμένο με κάνα ειδικά ως 霞む επισκιάζομαι, υποσκελίζομαι

Παραδείγματα

  • かすみます

    Τα μάτια μου είναι θολά.

  • 朝霧あさぎりやまかすんでえます。

    Λόγω της πρωινής ομίχλης, τα βουνά φαίνονται θολά.

  • 期待きたいされていた新人しんじん登場とうじょうで、ベテランの存在感そんざいかんすこかすんでしまった。

    Με την εμφάνιση του πολυαναμενόμενου νεοφερμένου, η παρουσία του βετεράνου κάπως επισκιάστηκε.

Κλίση

Παρόν (απλό)
霞む
Παρόν (ευγενικό)
霞みます
Άρνηση (απλή)
霞まない
Άρνηση (ευγενική)
霞みません
Παρελθόν (απλό)
霞んだ
Παρελθόν (ευγενικό)
霞みました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
霞まなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
霞みませんでした
Τε-μορφή
霞んで
Δυνητική
霞める
Προστακτική
霞め
Βουλητική
霞もう
Υποθετική (ば)
霞めば