かすみ

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός ζω από το τίποτα, επιβιώνω χωρίς εισόδημα

Κλίση

Παρόν (απλό)
霞を食う
Παρόν (ευγενικό)
霞を食います
Άρνηση (απλή)
霞を食わない
Άρνηση (ευγενική)
霞を食いません
Παρελθόν (απλό)
霞を食った
Παρελθόν (ευγενικό)
霞を食いました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
霞を食わなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
霞を食いませんでした
Τε-μορφή
霞を食って
Δυνητική
霞を食える
Προστακτική
霞を食え
Βουλητική
霞を食おう
Υποθετική (ば)
霞を食えば