露ろ出しゅつ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 έκθεση, απογύμνωση, αποκάλυψη (π.χ. του δέρματος)
  2. 02 έκθεση, αποκάλυψη
  3. 03 προβολή (στα μέσα), δημοσιότητα, εμφάνιση (στην τηλεόραση, σε περιοδικά κ.λπ.)

Παραδείγματα

  • 夏なつは肌はだの露出ろしゅつが増ふえます。

    Το καλοκαίρι, φοράμε πιο ανοιχτά ρούχα.

  • その記事きじによって彼かれの不正ふせいが露出ろしゅつした。

    Μέσω αυτού του άρθρου, αποκαλύφθηκε η απάτη του.

  • デリケートな個人情報こじんじょうほうの不用意ふよういな露出ろしゅつは、思おもわぬトラブルに繋つながる可能性かのうせいがある。

    Η απρόσεκτη αποκάλυψη ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων μπορεί να οδηγήσει σε απρόβλεπτα προβλήματα.

Κλίση

Παρόν (απλό)
露出する
Παρόν (ευγενικό)
露出します
Άρνηση (απλή)
露出しない
Άρνηση (ευγενική)
露出しません
Παρελθόν (απλό)
露出した
Παρελθόν (ευγενικό)
露出しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
露出しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
露出しませんでした
Τε-μορφή
露出して
Δυνητική
露出できる
Προστακτική
露出しろ
Βουλητική
露出しよう
Υποθετική (ば)
露出すれば