あおざめる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 χλομιάζω, ωχριάω

Παραδείγματα

  • かれあおざめた

    Έγινε χλωμός.

  • そのらせをいて、彼女かのじょあおざめた

    Όταν άκουσε τα νέα, χλόμιασε.

  • 突然とつぜん事故じこて、かれかおあおざめた

    Βλέποντας το ξαφνικό ατύχημα, το πρόσωπό του έγινε κάτασπρο.

Κλίση

Παρόν (απλό)
青ざめる
Παρόν (ευγενικό)
青ざめます
Άρνηση (απλή)
青ざめない
Άρνηση (ευγενική)
青ざめません
Παρελθόν (απλό)
青ざめた
Παρελθόν (ευγενικό)
青ざめました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
青ざめなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
青ざめませんでした
Τε-μορφή
青ざめて
Δυνητική
青ざめられる
Προστακτική
青ざめろ
Βουλητική
青ざめよう
Υποθετική (ば)
青ざめれば