あおっぽい

επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 γαλαζωπός, πρασινωπός
  2. 02 ανώριμος, άπειρος, πράσινος, αφελής

Κλίση

Παρόν (απλό)
青っぽい
Παρόν (ευγενικό)
青っぽいです
Άρνηση (απλή)
青っぽくない
Άρνηση (ευγενική)
青っぽくないです
Παρελθόν (απλό)
青っぽかった
Παρελθόν (ευγενικό)
青っぽかったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
青っぽくなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
青っぽくなかったです
Τε-μορφή
青っぽくて
Υποθετική (ば)
青っぽければ