静める
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ησυχάζω (παιδί, πλήθος κ.λπ.), κάνω να σωπάσει
- 02 κατευνάζω (τα νεύρα, τον ενθουσιασμό κ.λπ.), ηρεμώ (τον εαυτό μου), μαλακώνω (τον θυμό κάποιου), γαληνεύω, διευθετώ (π.χ. διαφωνία)
- 03 ειδικά ως 鎮める καταστέλλω (εξέγερση, ταραχή, φωτιά κ.λπ.), πνίγω, θέτω υπό έλεγχο
- 04 ειδικά ως 鎮める ανακουφίζω (βήχα, πόνο κ.λπ.), καταπραΰνω, μετριάζω, απαλύνω
- 05 ειδικά ως 鎮める εξευμενίζω (πνεύμα, ψυχή κ.λπ.), ηρεμώ, γαληνεύω
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 静める
- Παρόν (ευγενικό)
- 静めます
- Άρνηση (απλή)
- 静めない
- Άρνηση (ευγενική)
- 静めません
- Παρελθόν (απλό)
- 静めた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 静めました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 静めなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 静めませんでした
- Τε-μορφή
- 静めて
- Δυνητική
- 静められる
- Προστακτική
- 静めろ
- Βουλητική
- 静めよう
- Υποθετική (ば)
- 静めれば
- Υποθετική (たら)
- 静めたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 静めたい
- Απαγορευτική (~な)
- 静めるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 静めなさい
- Παθητική
- 静められる
- Αιτιατική
- 静めさせる