せいたいぞん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 στατική διατήρηση, συντήρηση μηχανημάτων ή οχημάτων για λόγους έκθεσης (δηλαδή δεν είναι πλέον λειτουργικά)

Κλίση

Παρόν (απλό)
静態保存する
Παρόν (ευγενικό)
静態保存します
Άρνηση (απλή)
静態保存しない
Άρνηση (ευγενική)
静態保存しません
Παρελθόν (απλό)
静態保存した
Παρελθόν (ευγενικό)
静態保存しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
静態保存しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
静態保存しませんでした
Τε-μορφή
静態保存して
Δυνητική
静態保存できる
Προστακτική
静態保存しろ
Βουλητική
静態保存しよう
Υποθετική (ば)
静態保存すれば