せい

ουσιαστικό, ρήμα | N1 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ακινησία, ηρεμία, στάση, παραμονή σε στάση, ακινητοποίηση

Παραδείγματα

  • 静止せいしする

    Ακινητοποιήσου.

  • そのくるま交差点こうさてん静止せいしした

    Το αυτοκίνητο σταμάτησε στην διασταύρωση.

  • 故障こしょうした飛行機ひこうき滑走路かっそうろ静止せいししたままで、離陸りりくできなかった。

    Το χαλασμένο αεροπλάνο έμεινε ακίνητο στον διάδρομο και δεν μπόρεσε να απογειωθεί.

Κλίση

Παρόν (απλό)
静止する
Παρόν (ευγενικό)
静止します
Άρνηση (απλή)
静止しない
Άρνηση (ευγενική)
静止しません
Παρελθόν (απλό)
静止した
Παρελθόν (ευγενικό)
静止しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
静止しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
静止しませんでした
Τε-μορφή
静止して
Δυνητική
静止できる
Προστακτική
静止しろ
Βουλητική
静止しよう
Υποθετική (ば)
静止すれば