静置
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ακίνητος
- 02 αφήνω να ηρεμήσει, αφήνω σε ηρεμία (π.χ. για να πήξει το γιαούρτι, για να γίνει ζύμωση κ.λπ.)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 静置する
- Παρόν (ευγενικό)
- 静置します
- Άρνηση (απλή)
- 静置しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 静置しません
- Παρελθόν (απλό)
- 静置した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 静置しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 静置しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 静置しませんでした
- Τε-μορφή
- 静置して
- Δυνητική
- 静置できる
- Προστακτική
- 静置しろ
- Βουλητική
- 静置しよう
- Υποθετική (ば)
- 静置すれば
- Υποθετική (たら)
- 静置したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 静置したい
- Απαγορευτική (~な)
- 静置するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 静置しなさい
- Παθητική
- 静置される
- Αιτιατική
- 静置させる