非を諭す
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 επιπλήττω κάποιον (π.χ. για τα λάθη του)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 非を諭す
- Παρόν (ευγενικό)
- 非を諭します
- Άρνηση (απλή)
- 非を諭さない
- Άρνηση (ευγενική)
- 非を諭しません
- Παρελθόν (απλό)
- 非を諭した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 非を諭しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 非を諭さなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 非を諭しませんでした
- Τε-μορφή
- 非を諭して
- Δυνητική
- 非を諭せる
- Προστακτική
- 非を諭せ
- Βουλητική
- 非を諭そう
- Υποθετική (ば)
- 非を諭せば
- Υποθετική (たら)
- 非を諭したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 非を諭したい
- Απαγορευτική (~な)
- 非を諭すな
- Προστακτική (ευγενική)
- 非を諭しなさい
- Παθητική
- 非を諭される
- Αιτιατική
- 非を諭させる