ごうほう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 απαγόρευση (π.χ. μιας οργάνωσης), καθιστώ κάτι παράνομο

Κλίση

Παρόν (απλό)
非合法化する
Παρόν (ευγενικό)
非合法化します
Άρνηση (απλή)
非合法化しない
Άρνηση (ευγενική)
非合法化しません
Παρελθόν (απλό)
非合法化した
Παρελθόν (ευγενικό)
非合法化しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
非合法化しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
非合法化しませんでした
Τε-μορφή
非合法化して
Δυνητική
非合法化できる
Προστακτική
非合法化しろ
Βουλητική
非合法化しよう
Υποθετική (ば)
非合法化すれば