靡かせる
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα κυματίζω (σημαία), ανεμίζω (μαλλιά, φούστα κ.λπ. στον άνεμο)
- 02 συνήθως γραμμένο με κάνα κερδίζω (κάποιον), μεριάς, υποτάσσω στη θέλησή μου
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 靡かせる
- Παρόν (ευγενικό)
- 靡かせます
- Άρνηση (απλή)
- 靡かせない
- Άρνηση (ευγενική)
- 靡かせません
- Παρελθόν (απλό)
- 靡かせた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 靡かせました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 靡かせなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 靡かせませんでした
- Τε-μορφή
- 靡かせて
- Δυνητική
- 靡かせられる
- Προστακτική
- 靡かせろ
- Βουλητική
- 靡かせよう
- Υποθετική (ば)
- 靡かせれば
- Υποθετική (たら)
- 靡かせたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 靡かせたい
- Απαγορευτική (~な)
- 靡かせるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 靡かせなさい
- Παθητική
- 靡かせられる
- Αιτιατική
- 靡かせさせる