なび

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα λυγίζω, κυματίζω, ανεμίζω
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα υποκύπτω σε, επηρεάζομαι από, υποτάσσομαι σε, υπακούω

Κλίση

Παρόν (απλό)
靡く
Παρόν (ευγενικό)
靡きます
Άρνηση (απλή)
靡かない
Άρνηση (ευγενική)
靡きません
Παρελθόν (απλό)
靡いた
Παρελθόν (ευγενικό)
靡きました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
靡かなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
靡きませんでした
Τε-μορφή
靡いて
Δυνητική
靡ける
Προστακτική
靡け
Βουλητική
靡こう
Υποθετική (ば)
靡けば